Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Η Επαναδιαπραγμάτευση της Υπομονής


Του Νάσου Αμπουέλ

«Τι γίνεται με αυτήν την επαναδιαπραγμάτευση; Προχωράει; Τη παρατήσανε;»  Όσο και αν σφίγγουν οι ζέστες και ενισχύεται ο καύσωνας, εμείς συνεχίζουμε να αναζητούμε τη περίφημη επαναδιαπραγμάτευση! Λογικό βέβαια, αφού πλατφόρμα όλων των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ήταν η αναθεώρηση συγκεκριμένων κοινωνικά επώδυνων μέτρων του Μνημονίου.  Πως λοιπόν να μην αναρωτηθεί κανείς;

http://news.princeoliver.com/wp-content/uploads/2012/07/%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%80.jpg
Το γεγονός ο Πρωθυπουργός δεν έχει καλέσει τους Ευρωπαίους εταίρους σε συζητήσεις, δε σημαίνει ότι δεν είμαστε σε διαδικασία επαναδιαπραγματεύσεως. Ωστόσο, στην Ελλάδα εδώ και 30 χρόνια, μάθαμε την επαναδιαπραγμάτευση ως σύντομη και ανώδυνη ανταλλαγή τοποθετήσεων που χαρακτηρίζονται από ανεδαφικές διεκδικήσεις και ρητορικό «τσαμπουκά.»  Εύκολα και περήφανα «ΟΧΙ» και εκβιασμοί, που εξυπηρετούν πρωτοσέλιδα εφημερίδων αλλά όχι το εθνικό συμφέρον.

Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η επαναδιαπραγμάτευση δεν συνιστά στιγμιαίο φάρμακο που χορηγείται στον ασθενή και δια μαγείας του θεραπεύει από κάθε αρρώστια.  Αντίθετα, για να χρησιμοποιήσω μια ιατρική μεταφορά, είναι μια μακροχρόνια θεραπεία που απαιτεί υπομονή, επιμονή και σχεδιασμό.

 Η επαναδιαπραγμάτευση χαρακτηρίζεται από το «δούναι και λαβείν», δηλαδή, μια ανταλλαγή θέσεων που θα ικανοποιήσει εν μέρει και της δύο πλευρές.  Όμως, αυτήν την στιγμή, η χώρα μας έχει μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ για διαφόρους λόγους.

Αρχικώς διότι τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε φανεί ουκ ολίγες φορές αναξιόπιστοι: σε άλλα συμφωνούμε και άλλα εφαρμόζουμε.  Τρανό παράδειγμα της αναξιοπιστίας της χώρας μας, που εκπέμπεται προς τα έξω, είναι η στάση του πρώην Υπουργού Οικονομικών, νυν Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και κυβερνητικού εταίρου, κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος εναντιώνεται στα μέτρα αναπροσαρμογής που είχε συμφωνήσει ο ίδιος με τη τρόικα. Πρόσφατο άρθρο του Economist υπογραμμίζει την ασυνέπεια του κ. Βενιζέλου, που μεταφράζεται ως ανευθυνότητα από τους δανειστές και τους εταίρους μας στην Ευρωζώνη. 

Σημαντικότερα, στη συνείδηση πολλών εταίρων μας και μελών της τρόικα, έχουμε αποτυπωθεί ως «απατεώνες», που κρυβόμαστε πίσω από ημίμετρα και νομοθετήματα που δεν εφαρμόζονται ποτέ.  Η ενδόμυχη απαξίωσή τους δυστυχώς επιτείνεται από την αδυναμία μας να πετύχουμε τους περισσότερους δημοσιονομικούς στόχους. 

Προφανώς, η επιτηδευμένη καθυστέρηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο Δημόσιο, προς τέρψη του πελατειακού και κομματοκρατούμενου κατεστημένου, και ευρύτερα στην οικονομία, επισκιάζουν το πρωτοφανές επίτευγμα της μειώσεως του ελλείμματος κατά 5% μέσα σε μόλις 2 χρόνια.  Ουσιαστικά, η τάση των περασμένων κυβερνήσεων να υπεκφεύγουν ή ακόμη και να αμφισβητούν πλήρως τις δεσμεύσεις της χώρας μας, μας μειώνουν στα μάτια των εταίρων μας.

Πέραν όμως από τα δικά μας ατοπήματα και σφάλματα οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και τον αρνητικό συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων στην Ευρωζώνη, καθώς και την έλλειψη πολιτικής βουλήσεως από τη πλευρά πολλών κορυφαίων ηγετών.  Όλα τα κράτη της Βόρειας και της Κεντρικής Ευρώπης ανθίστανται σε κάθε αίτημα επιμηκύνσεως και αναθεωρήσεως του προγράμματος, καθώς αρνούνται να αυξήσουν τη χρηματοδότηση προς τη χώρα μας.  Τα εσωτερικά τους ακροατήρια είναι στη πλειοψηφία τους εκνευρισμένα, για να μη τα χαρακτηρίσω εχθρικά, προς ένα τέτοιο ενδεχόμενο γιατί πιστεύουν ότι έτσι οι ίδιοι πληρώνουν για την ασωτία των Ελλήνων. 

Παράλληλα, πληθαίνουν εκείνοι εντός του πυρήνος της Ευρωζώνης που επιθυμούν να θυσιαστεί η χώρα μας στο βωμό της Ευρωπαικής ενοποιήσεως και πειθαρχήσεως: πιέζουν να αφεθεί η Ελλάδα να χρεοκοπήσει προς παραδειγματισμό των υπολοίπων και ως πρόσχημα για τη περαιτέρω δημοσιονομική εναρμόνιση της Ευρωζώνης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μας υποβίβαζε στη καταστροφή της δραχμής και θα μας στερούσε όλα τα οφέλη από μια μελλοντική Ευρωπαϊκή πολιτική αλληλεγγύης. 

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση έχει αρχίσει ήδη την επαναδιαπραγμάτευση με την ενίσχυση της δικής μας διαπραγματευτικής θέσεως.  Αυτό θα συμβεί με την επαναφορά του προγράμματος αναπροσαρμογής εντός τροχιάς και με ξεκάθαρη και έμπρακτη απόδειξη της αποφασιστηκότητος μας να τηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας.  Έτσι, θα διαψεύσουμε εκείνους που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν αντέχει να παραμείνει στην Ευρωζώνη. 

Η λήψη των μέτρων ύψους 11,6 δισ. ευρώ και οι αποκρατικοποιήσεις εντάσσονται σε αυτό το σχέδιο της κυβερνήσεως για αναστροφή του αρνητικού διπλωματικού κλίματος. 

Αυτό που πρέπει να καταλάβουν ορισμένα κόμματα είναι ότι η προετοιμασία αποτελεί μέρος της επαναδιαπραγματεύσεως. Εκτός και αν προτιμούν τη τυφλή απαίτηση, χωρίς ξεκάθαρους στόχους και με μικρά ποσοστά επιτυχίας και τεράστιες πιθανότητες εθνικού διασυρμού.  Τότε, πράγματι, θα έπρεπε να ξεχάσουμε την επαναδιαπραγμάτευση.

Δε χρειάζονται σπασμωδικές κινήσεις που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη προοπτική βελτιώσεως των όρων του Μνημονίου.  Πριν προσέλθουμε στο τραπέζι των συνομιλιών με τους εταίρους μας, πρέπει να ετοιμάσουμε ένα χαρτοφυλάκιο με επιτυχίες και προτάσεις που θα πείσουν και τους πιο δύσπιστους.  Ας μη ξεχνάμε ότι «Το γοργόν και χάριν έχει», αλλά στο τέλος «ο επιμένων νικά…»           

3 σχόλια:

  1. Εγώ νομίζω ότι δεν γίνεται καμία απολύτως διαπραγμάτευση! Διαπραγματεύεσαι όταν έχεις να διαπραγματευτείς. Εμείς δεν έχουμε τίποτα! Και μέχρι να αποκτήσουμε (τουλάχιστον, αξιοπιστία!), πρέπει να βάλουμε το κεφάλι κάτω και να δουλέψουμε για να αποκτήσουμε διαπραγματευτικά όπλα. Τα υπόλοιπα είναι – να μου επιτρέψετε – «παραμύθια της Χαλιμάς», για λαϊκή κατανάλωση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Διαπραγμάτευση και… «πράσινα άλογα!». Τίποτα δεν γίνεται και…ούτε θα γίνει ποτέ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τάκη θεωρώ ότι η επαναδιαπραγμάτευση είναι της υπομονής ακριβώς επειδή πρέπει να ανακτήσουμε τη χαμένη αξιοπιστία. Σίγουρα όταν ο συνομιλητής σου δε σε εμπιστεύεται δε μπορείς να έχεις και ιδιαίτερες αξιώσεις. Άρα ας εκπέμψουμε κάποια θετικά μηνύματα και τότε επαναδιαπραγματευόμαστε. Όσο για τον ανώνυμο αναγνώστη, ομολογώ ότι δεν είμαι τόσο απαισιόδοξος για τη μοίρα της επαναδιαπραγματεύσεως. Δε θεωρώ ότι η κυβέρνηση δε θέλει να επαναδιαπραγματευτή. Όμως τα δεδομένα της δυσχεραίνουν σημαντικά το έργο και αυτό δε νομίζω ότι μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Εκτιμώ ότι η μόνη περίπτωση να μη γίνει καμία επαναδιαπραγμάτευση είναι αν οι εταίροι μας φανούν εξαιρετικά άτεγκτη. Μόνο τότε δυστυχώς αγαπητέ μου φίλε θα πληρώσουμε για άλλη μια φορά ως λαός τα λάθη του αμαρτωλού παρελθόντος. Ωστόσο, δε συμφέρει ούτε εκείνους να μη βοηθήσουν μια συνεργάσιμη χώρα. Προσευχή λοιπόν και υπομονή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή