Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Λιτότητα Με Κοινωνική Δικαιοσύνη


Του Νάσου Αμπουέλ

Συχνά στη πολιτική, η θεωρία συγκρούεται με τη πράξη.  Το ιδανικό και το ιδεατό δε συνάδουν με το εφικτό.  Τρανό παράδειγμα είναι τα νέα μέτρα που καλείται να λάβει η χώρα μας, σε συνάρτηση με τον αστερισμό των πολιτικών δυνάμεων στον πυρήνα της Ευρωζώνης. 

Τα νέα μέτρα θα είναι στην ίδια κατεύθυνση της εσωτερικής υποτίμησης.  Ωστόσο, αυτή τη φορά, η τρόικα πραγματικά σφάλει στη «συνταγογράφηση.»  Δε δύναται να υπάρξει νέα μείωση μισθού στον ιδιωτικό τομέα, την ώρα που ο ίδιος ο επιχειρηματικός κόσμος δε την επιθυμεί, και μάλιστα τη θεωρεί βλαβερή για τη παραγωγή.  Το εργατικό κόστος στον ιδιωτικό τομέα μετά τις πρόσφατες προσαρμογές στους μισθούς και την απελευθέρωση-ελαστικοποίηση της εργασίας έχει μειωθεί και είναι σίγουρα ανταγωνιστικό, όπως ισχυρίζονται πολλοί εργοδότες και επιχειρηματίες. 

Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας πλέον εντοπίζεται αποκλειστικά στους κόλπους του ίδιου του κράτους, δηλαδή στον κυκεώνα της γραφειοκρατίας και στον λαβύρινθο του φορολογικού συστήματος. Συνοπτικά, δε χρειαζόμαστε περαιτέρω υποχώρηση του εργατικού κόστους αλλά ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, για να προσελκύσουμε επενδύσεις και να ενισχύσουμε το επιχειρείν.  Άρα, κάθε συζήτηση για νέο «ψαλίδι» στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα είναι παράλογη και αχρείαστη.


Ταυτόχρονα, η εσωτερική υποτίμηση που έχει σχεδιαστεί είναι ημιτελής, όπως έχω ξανα-δηλώσει στο παρελθόν.  Δηλαδή, ενώ έχουν μειωθεί οι μισθοί και οι συντάξεις, οι τιμές σε πολλά προϊόντα έχουν παραμείνει στα πλασματικά επίπεδα του 2008, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, μέχρι και βασικών αγαθών, έχουν αυξηθεί.  Τουτέστιν, στο δεύτερο σκέλος της εσωτερικής υποτίμησης, πρέπει να επικεντρωθεί η κυβέρνηση στον έλεγχο των τιμών και στη διάσπαση των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων που μαστίζουν εδώ και πολλά χρόνια την Ελληνικά αγορά.  Αρκετά μειώσαμε τους μισθούς, ας μειώσουμε τώρα και τις τιμές λοιπόν, για να αποκαταστήσουμε την ισορροπία στην οικονομία, να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας και να δώσουμε πνοή ζωής στη κοινωνία. 

Πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι και η αναχαίτιση της ύφεσης, μέσω των αποκρατικοποιήσεων και των ξένων επενδύσεων.  Πρέπει άμεσα να προωθηθεί η αξιοποίηση του Ελληνικού και η εκμετάλλευση και άλλων ανενεργών εκτάσεων του Δημοσίου για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και να μπει ένα ανάχωμα στη καλπάζουσα ανεργία.  Η κυβέρνηση πρέπει να δράσει γρήγορα αλλά όχι βιαστικά και επιπόλαια, για να αποφύγει τους επενδύτες που εποφθαλμιούν τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου χωρίς να έχουν ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξής τους.  Γι’ αυτόν τον λόγο οι αποκρατικοποιήσεις πρέπει να γίνουν με διαφάνεια και αντικειμενικά κριτήρια κόστους, αποδοτικότητας και μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού.

Πολλοί βέβαια διερωτώνται αν μπορούν όλα αυτά τα μέτρα να ληφθούν χωρίς επιμήκυνση του Προγράμματος Αναπροσαρμογής.  Συγκεκριμένα, οι κ.κ. Βενιζέλος και Κουβέλης θεωρούν ότι νέο κύμα λιτότητας σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα είναι ολέθριο για τη χώρα.  Όμως, μπορεί η Ελλάδα πραγματικά να ελπίζει σε επιμήκυνση; Το κλίμα στην Ευρωζώνη και κυρίως στον σκληρό πυρήνα δεν είναι θετικό, λόγω των εσωτερικών ζητημάτων που αντιμετωπίζουν πολλές βορειοευρωπαικές κυβερνήσεις (Γερμανία, Ολλάνδια), αλλά και λόγω της δικής μας αναξιοπιστίας και ασυνέπειας.  Δυστυχώς, για αυτά τα τελευταία ευθύνονται οι προηγούμενες κυβερνήσεις, οι οποίες είχαν μάλιστα Υπουργό Οικονομικών έναν από τους σημερινούς υποστηρικτές της επιμήκυνσης. 

Αντικειμενικά, είναι δύσκολο σε αυτή τη συγκυρία να ελπίζουμε σε γενναιόδωρη επιμήκυνση 2-4 ετών.  Πιο πιθανό είναι το 1+1 έτος υπό προϋποθέσεις.  Τότε όμως αναδεικνύεται το «αγκάθι» της επιπρόσθετης χρηματοδότησης.  Οι εταίροι μας μπορεί να συμφωνήσουν να μας δανείσουν με μεγαλύτερο επιτόκιο (άνω δηλαδή του 3%) για να αποδείξουν στα εσωτερικά τους ακροατήρια ότι οι Έλληνες πληρώνουν ακριβά τον επιπλέον χρόνο που επιζητούν («ο χρόνος είναι χρήμα», ας μη το ξεχνάμε). 

Μια πιο ωφέλιμη για εμάς εξέλιξη θα ήταν η επιπρόσθετη χρηματοδότηση να επέλθει από κούρεμα ορισμένων ομολόγων που έχει στη κατοχή της η ΕΚΤ.  Με τα λεφτά που θα διασώζαμε, θα μπορούσαμε να καλύψουμε τις ανάγκες της επιμήκυνσης.  Προδήλως όμως, μια τέτοια απόφαση είναι πολιτικά επαχθής για πολλά κράτη της Ευρωζώνης.

Για να μην αιθεροβατούμε λοιπόν στη στρατόσφαιρα των πολιτικών ευχολογίων και των απατηλών προσδοκιών, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να εφαρμόσουμε τη λιτότητα με κοινωνική δικαιοσύνη, ούτως ώστε να μη πληγούν οι κοινωνικά αδύναμοι: δηλαδή όχι οριζόντιες περικοπές.  Σε αυτή τη κατεύθυνση, θα μπορούσε να εξεταστεί η κατάργηση των φοροαπαλλαγών σε όλα τα εισοδήματα άνω των 50.000 ευρώ για τα επόμενα 5 χρόνια. 

Παράλληλα, πρέπει να επιδιωχθεί μέχρις εσχάτων η περιστολή σπατάλης στο Δημόσιο και κυρίως στις ΔΕΚΟ, με πλαφόν στους μισθούς των υψηλόβαθμων στελεχών της ΔΕΗ, του ΟΣΕ και άλλων ΔΕΚΟ.  Δε γίνεται να υποβάλλεται ολόκληρο το Ελληνικό έθνος σε αυστηρή λιτότητα και ο κ. Φωτόπουλος και οι άλλοι «συναγωνιστές» συνδικαλιστές να αμείβονται πλουσιοπάροχα. 

Τέλος, κάτι πρέπει να γίνει και με τη φορολογία. Πρέπει στο εγγύς μέλλον να διαπραγματευτούμε τη μείωση του ΦΠΑ για να κινηθεί εκ νέου η αγορά.  Μάλιστα, μια τέτοια ευνοϊκή υποχώρηση του φορολογικού συντελεστή θα είχε και ευεργετικές ιδιότητες και στη ψυχολογία της αγοράς.  Πέραν από τους οικονομικούς δείκτες, εχθρός της ανάπτυξης είναι και η κατήφεια, η απαισιοδοξία και η απελπισία.  Στο ζόφος που ζούμε σήμερα, ακόμα και αχτίδες ελπίδας, όπως μια μείωση του ΦΠΑ, μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά τη ψυχολογία μας προς το καλύτερο. 

Με σύνθημα «λιτότητα με κοινωνική δικαιοσύνη» πρέπει να αρθρώσει η κυβέρνηση το νέο οικονομικό πρόγραμμα.  Δυστυχώς  η επιμήκυνση είναι αβέβαιη, καθώς πληρώνουμε τα αμαρτήματα του πρόσφατου «πράσινου» παρελθόντος.  Ας συναισθανθούμε επιτέλους ότι δεν έχουμε δικαίωμα να αποτύχουμε, ούτε να αναθεματίζουμε τη τύχη μας.  Αφού πρέπει να υποστούμε τη λιτότητα ως τίμημα της ασωτίας των περασμένων ετών, ας βρούμε τουλάχιστον τον τρόπο να την εφαρμόσουμε εκεί που πραγματικά υπάρχει αδικαιολόγητη πολυτέλεια, αθέμιτος πλουτισμός και συντεχνιακή σκοπιμότητα.          
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου